βαρυώδης

βᾰρῠ-ώδης, ες, (ὄζω)
A = βαρύοδμος, Nic.Th.895.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρυώδης — ( ους), ες (Α) βαρύοσμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βαρύς + ώδης < όζω «μυρίζω»] …   Dictionary of Greek

  • βαρυώδεα — βαρυώδης neut nom/voc/acc pl (epic ionic) βαρυώδης masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυ- — α συνθετικό λέξεων, κατά κύριο λόγο επιθέτων, της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγικότητα. Τα σύνθετα με το βαρυ εμφανίζονται με τις ακόλουθες σημασίες: Την κυριολεκτική σημασία του επιθέτου βαρύς («αυτός που έχει βάρος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.